εξιχνιάζω

εξιχνιάζω
μετ.
1) выслеживать, нападать на след; 2) раскрывать, открывать, обнаруживать; узнавать;

εξιχνιάζω τούς σκοπούς τίνος — узнавать чьи-л. намерения


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "εξιχνιάζω" в других словарях:

  • ἐξιχνιάζω — pres subj act 1st sg ἐξιχνιάζω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξιχνιάζω — εξιχνιάζω, εξιχνίασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εξιχνιάζω — (AM ἐξιχνιάζω) ανακαλύπτω τα ίχνη, ανευρίσκω μετά από έρευνα («πορεύεσθε καὶ ἐξιχνιάσατε τὴν γῆν», ΠΔ) νεοελλ. αποκαλύπτω τα άγνωστα ή σκοτεινά σημεία, διαλευκαίνω μσν. 1. ρωτώ να μάθω 2. ανακρίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξ + *ιχνιάζω (< ίχνος) τ. που… …   Dictionary of Greek

  • εξιχνιάζω — εξιχνίασα, εξιχνιάστηκα, εξιχνιασμένος, μτβ. 1. ακολουθώντας ίχνη βρίσκω κάτι. 2. μτφ., ερευνώ συστηματικά και ανακαλύπτω κάτι: Εξιχνιάστηκαν οι λόγοι της εκλογικής αποτυχίας του κόμματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐξιχνιᾶν — ἐξιχνιάζω fut part act masc voc sg (doric aeolic) ἐξιχνιάζω fut part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἐξιχνιάζω fut part act masc nom sg (doric aeolic) ἐξιχνιάζω fut inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξιχνιάζῃ — ἐξιχνιάζω pres subj mp 2nd sg ἐξιχνιάζω pres ind mp 2nd sg ἐξιχνιάζω pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξιχνιάσει — ἐξιχνιάζω aor subj act 3rd sg (epic) ἐξιχνιάζω fut ind mid 2nd sg ἐξιχνιάζω fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξιχνιάσω — ἐξιχνιάζω aor subj act 1st sg ἐξιχνιάζω fut ind act 1st sg ἐξιχνιάζω aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξιχνιάσῃ — ἐξιχνιάζω aor subj mid 2nd sg ἐξιχνιάζω aor subj act 3rd sg ἐξιχνιάζω fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξιχνιασθέντα — ἐξιχνιάζω aor part pass neut nom/voc/acc pl ἐξιχνιάζω aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξιχνιάζει — ἐξιχνιάζω pres ind mp 2nd sg ἐξιχνιάζω pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»